Η NASA πρόσθεσε τεχνητό άστρο στον ουρανό: Ο λόγος που κρύβεται πίσω από αυτή την κίνηση

Η NASA πρόσθεσε τεχνητό άστρο στον ουρανό: Ο λόγος που κρύβεται πίσω από αυτή την κίνηση

Ο δορυφόρος Landolt θα τεθεί σε γεωσύχγρονη τροχιά σε ύψος 36.000 χιλιομέτρων, έτσι ώστε να παραμείνει διαρκώς πάνω από τις ΗΠΑ.

Μια νέα φωτεινή κουκκίδα θα προστεθεί στα άστρα του ουρανού των ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας. Η NASA προγραμματίζει για το 2029 την εκτόξευση ενός δορυφόρου που θα σημαδεύει τη Γη με λέιζερ και θα είναι ορατό ως «τεχνητό άστρο».

Το φως του θα βοηθά στο καλιμπράρισμα επίγειων τηλεσκοπίων προκειμένου να μετράται με μεγαλύτερη ακρίβεια η φωτεινότητα πραγματικών άστρων, ανέφεραν ειδικοί των 12 πανεπιστημίων που συνεργάζονται στην αποστολή των 19,5 εκατ. δολαρίων.

Η βελτίωση της ακρίβειας των μετρήσεων αναμένεται να φέρει οφέλη σε μια γκάμα αστρονομικών ερευνών, μεταξύ άλλων τον υπολογισμό της ταχύτητας με την οποία διαστέλλεται το Σύμπαν.

«Πολλές από τις προσπάθειές μας να κατανοήσουμε το Σύμπαν εξαρτώνται από το πόσο φωτεινά είναι τα αντικείμενα του ουρανού» σχολίασε σε δελτίο Τύπου η Τζέιμι Τάιλερ του Πανεπιστημίου της Φλόριντα.

Ο δορυφόρος Landolt, σε μέγεθος κουτιού παπουτσιών, θα τεθεί σε γεωσύγχρονη τροχιά σε ύψος 36.000 χιλιομέτρων, έτσι ώστε να παραμένει διαρκώς πάνω από τις ΗΠΑ, τις οποίες θα σημαδεύει με οκτώ δέσμες λέιζερ γνωστής φωτεινότητας.

Για να ρυθμίσουν τα όργανά τους, τα επίγεια τηλεσκόπια θα βλέπουν τη λάμψη των λέιζερ στο ίδιο κάδρο με τα προς παρατήρηση άστρα.

«Στόχος είναι να χρησιμοποιήσουμε την εικόνα ων λέιζερ για να προσδιορίσουμε το ποσοστό του αστρικού φωτός που απορροφάται από τη γήινη ατμόσφαιρα» εξήγησε σε άλλο δελτίο Τύπου η Αντζέλ Τάνερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Μισισίπη.

Μετρώντας πόσο φως απορροφά η ατμόσφαιρα, τα συστήματα των τηλεσκοπίων θα μπορούν να μειώσουν την αβεβαιότητα στις μετρήσεις της λαμπρότητας από το 10 στο 1 τοις εκατό, εξήγησε.

Σήμερα, τα τηλεσκόπια καλιμπράρονται με βάση τη σύγκριση ανάμεσα στη φαινόμενη λαμπρότητα τριών λευκών νάνων και την αναμενόμενη φωτεινότητά τους βάσει μοντέλων των ατμοσφαιρών τους.

Το πρόβλημα είναι ότι οι μετρήσεις αυτές, οι οποίες χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1990, «έχουν μετατραπεί στην κύρια πηγή λάθους στη μέτρηση της φωτεινότητας των περισσότερων άστρων», όπως επισημαίνει ανακοίνωση του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ, το οποίο επίσης συμμετέχει στην προσπάθεια.

Η βελτίωση των μετρήσεων αναμένεται να επηρεάσει πολλούς επιμέρους κλάδους της αστρονομίας, μεταξύ άλλων τις μετρήσεις της απόστασης πολύ μακρινών αντικειμένων. Από τις μετρήσεις αυτές μπορεί να υπολογιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο ρυθμός διαστολης του Σύμπαντος, για τον οποίο μέχρι στιγμής υπάρχουν αντικρουόμενες εκτιμήσεις.